Με την χρήση της σελίδας συγκατατίθεστε στην χρήση των cookies και αποδέχεσθε την πολιτική απορρήτου της ιστοσελίδας.
Αποδοχή Όροι Χρήσης

Η μεταβίβαση στην ψυχοθεραπεία: Τι είναι και πώς αξιοποιείται στη θεραπευτική σχέση;

Σάββατο, 6 Μαρ 2021

Στην ψυχοθεραπεία, οι αντιδράσεις του θεραπευόμενου  προς τον ψυχοθεραπευτή συχνά αναφέρονται ως “μεταβίβαση” και οι αντιδράσεις του ψυχοθεραπευτή προς τον θεραπευόμενο “αντιμεταβίβαση”. Πιο συγκεκριμένα, η μεταβίβαση είναι η επανάληψη των συναισθημάτων, των αντιδράσεων και των συμπεριφορών που σχετίζονται με σημαντικά πρόσωπα της πρώιμης παιδικής ηλικίας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης. Η μεταβίβαση , δηλαδή, είναι η ασυνείδητη ανάπτυξη συναισθημάτων, συμπεριφορών και στάσεων προς το πρόσωπο του θεραπευτή που δε δικαιολογούνται από την θεραπευτική συνθήκη. Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά αυτό;

              Οι θεραπευόμενοι κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής συνθήκης παλινδρομούν και ασυνείδητα αναβιώνουν με τον θεραπευτή τους συναισθήματα και καταστάσεις που ένιωσαν για τους γονείς τους.  Στα πλαίσια της μεταβίβασης, λοιπόν, ο θεραπευόμενος μπορεί ,για παράδειγμα, να επαναλάβει διάφορους  ρόλους  που είχε στην οικογένεια καταγωγής του. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον ρόλο του “θύματος” και του “θύτη” που ενδεχομένως έχει βιώσει στην παιδική του ηλικία στη σχέση του με τους γονείς του.

            Η μεταβίβαση συχνά αναφέρεται και ως προβολή. Οι δυο αυτές καταστάσεις έχουν πολλές ομοιότητες, καθώς και οι δύο αφορούν την απόδοση συναισθημάτων σε ένα άτομο που δεν τα έχει πραγματικά. Τα αποδιδόμενα συναισθήματα μπορεί να είναι θετικά (αγάπη, λατρεία, σεβασμός) ή αρνητικά (εχθρότητα, επιθετικότητα, ζήλια). Αν και η μεταβίβαση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση, η φύση της σχέσης ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενου μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα.

                Όλοι μας στην καθημερινότητα μας μπορούμε να το κάνουμε αυτό συνέχεια. Για παράδειγμα, το αφεντικό στη δουλειά σας μπορεί να σας θυμίζει τον παράξενο παππού σας, και εσείς φέρεστε ανάλογα. Ο κύριος δίπλα σας στο τρένο σας θυμίζει ένα φίλο σας από το κολέγιο, για αυτό κάνετε ένα αστείο που ο φίλος σας θα εκτιμούσε, στον άγνωστο που σας κοιτά με αμηχανία. Ή μπορεί να σας ανησυχεί αυτό που βασανίζει πολλά ζευγάρια παγκοσμίως: ʺΣταμάτα να με αντιμετωπίζεις σαν τη μαμά σου!ʺ  Με τον ίδιο τρόπο, μπορεί να ανταποκρίνεστε στον ψυχοθεραπευτή/τρια σας σαν να είναι ο πατέρας/μητέρα σας. Πιο απλά, η προβολή συμβαίνει όταν αποδίδετε μια δική σας συμπεριφορά ή ένα δικό σας συναίσθημα, ως χαρακτηριστικό ενός άλλου ατόμου. Στη συνέχεια, μπορεί να βλέπετε “αποδείξεις” αυτών των χαρακτηριστικών, επειδή το άτομο προβάλλει πίσω σε εσάς τα ίδια συναισθήματα ή συμπεριφορές ως συνέπεια της δικής σας αρχικής στάσης.        

                      Η αξιοποίηση της μεταβίβασης στην θεραπευτική πράξη προάγει την επούλωση παλαιών πληγών, και είναι η καρδιά της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Με άλλα λόγια ο θεραπευόομενος μπορεί να δουλέψει και να επεξεργαστεί τραύματα του παρελθόντος του στα πλαίσια της θεραπευτικής σχέσης . Επομένως, είναι ιδιαίτερα σημαντική η ενθάρρυνση των θεραπευομένων να μιλήσουν ελεύθερα για τα συναισθήματά τους στον ψυχοθεραπευτή πράγμα που θα τους επιτρέψει να  αντιμετωπίσουν δύσκολα συναισθήματα που μπορεί να βιώνουν στο «σχετίζεσθαι» με άλλους  ανθρώπους , μπαίνοντας χωρίς να το συνειδητοποιούν από έναν ρόλο «πληγωμένου» παιδιού. Στην πορεία και καθώς συνειδητοποιούν πράγματα και ερχόμενοι σε επαφή με τα συναισθήματα τους αρχίζουν να εισέρχονται στις σχέσεις από μια πιο ενήλικη θέση. Τότε μιλάμε πλέον για μια διαφορετικού τύπου διαφοροποίηση του ατόμου και ένα ψυχικό «μεγάλωμα». Είναι σημαντικό να διατηρηθεί μια μη επικριτική, ανοιχτή στάση ώστε να δημιουργηθεί ένα ασφαλές και έμπιστο περιβάλλον για τον θεραπευόμενο. Αυτή η στάση επιτρέπει στον θεραπευόμενο να συνδέσει όσα αισθάνεται στο χώρο της ψυχοθεραπείας με τον ψυχοθεραπευτή και τις εμπειρίες της πρώιμης ηλικίας, που επιτρέπουν την ανάπτυξη και την εξέλιξη.

                     Ο θεραπευόμενος/η μπορεί να συμβεί και να «ερωτευτεί» τον θεραπευτή, αυτή η «επιθυμία» συγκαλύπτει την οιδιπόδεια παιδική επιθυμία για αγάπη από τον γονιό .Τότε ο θεραπευτής θα πρέπει να ακούσει το αίτημα του/της ασθενούς και ενήλικα για στοργή, αποδοχή, για επανόρθωση του πληγωμένου ψυχισμού, και όχι να την/τον αποπλανήσει. Η αποπλάνηση από τον θεραπευτή είναι ουσιαστικά μια αιμομικτική πράξη, ένας ολέθριος βιασμός της/του «κόρης ή γιου» από τον «πατέρα ή μητέρα», που θα φυλακίσει ισόβια τη σεξουαλικότητά του θεραπευόμενου σε έναν τόπο ντροπής, ενοχής, αναξιότητας και αδυναμίας να αγαπά. Η θεραπευτική σχέση, λοιπόν, χρειάζεται να παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια και να είναι δεκτική τόσο στη μεταβίβαση θετικών συναισθημάτων, αλλά και επιθετικότητας. Να δέχεται τις ερωτικές επιθυμίες και φαντασιώσεις, αλλά να μην τις κάνει πράξη. Να ωθεί σε παλινδρόμηση αλλά και να επαναφέρει στον παρόντα χρόνο.

Ειρήνη Καραμανή, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια- Επιστημονική Υπεύθυνη ΚΕ.ΨΥ.Π.Ε

Η Ειρήνη Καραμανή αποφοίτησε με άριστα από το τμήμα Ψυχολογίας του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει ολοκληρώσει δυο μεταπτυχιακά «Έλεγχος στρες και προαγωγή υγείας» στην Ιατρική σχολή Αθηνών και «Παιδοψυχολογία» στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire. Ειδικεύτηκε στα πλαίσια τετραετούς εκπαίδευσης στη Συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία ατόμων, ομάδων και οικογενειών στο Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία “Λόγω Ψυχής”, όπου συνδυάζονται στοιχεία ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας, αφηγηματικής ψυχοθεραπείας και νευροεπιστημών.