Το kepsype.gr χρησιμοποιεί cookies δικά του αλλά και cookies τρίτων (third party), για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης. Με την χρήση της σελίδας συγκατατίθεσθε στην χρήση των cookies και αποδέχεσθε την πολιτική απορρήτου της ιστοσελίδας

To παιδί και ο θάνατος: Πώς μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου στη διαχείριση του πένθους;

Παρασκευή, 17 Ιαν 2020

Όλοι μας έχουμε βιώσει την οδύνη που προκαλεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Ο αποχωρισμός είναι επώδυνος και το συναίσθημα της λύπης αρκετά βαρύ για να το αντέξουμε. Κάθε μορφή αποχωρισμού (πχ Θάνατος, διαζύγιο, χωρισμός κλπ) σηματοδοτεί το τέλος μιας φάσης και την αρχή μιας νέας κατά την οποία αφού βιώσουμε την απώλεια επαναπροσδιορίζουμε τους στόχους της ζωής μας.

              Τα παιδιά επεξεργάζονται το πένθος τους με διαφορετικό τρόπο από τους ενήλικες. Πώς, λοιπόν, λυπούνται τα παιδιά και τι πρέπει να ξέρουν οι γονείς; Η λύπη πονάει και σίγουρα ανήκει στα συναισθήματα που δεν μας αρέσουν και που δεν είμαστε πρόθυμοι να νιώσουμε. Πολλοί γονείς θέλουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το κεφάλαιο «Λύπη» και δεν τους επιτρέπουν να παραστούν στην κηδεία της γιαγιάς ή τους λένε ότι το σκυλάκι τους δεν πέθανε αλλά έφυγε. Οι γονείς επιθυμούν να μην στεναχωριούνται τα παιδιά τους και είναι φυσιολογικό, όμως η ζωή δεν είναι έτσι.  Με αυτή την τακτική ο θάνατος γίνεται ένα θέμα ταμπού.  Τα παιδιά όμως έχουν το δικαίωμα στην αλήθεια και το θέμα θανάτου, όσο δύσκολο και αν είναι δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Η ψυχολογική εξέλιξη των παιδιών απαιτεί να έρχονται σε επαφή με τέτοιου είδους δύσκολα συναισθήματα και να μάθουν να τα διαχειρίζονται. Χρειάζεται τα παιδιά να εξοικειωθούν με τα συναισθήματα λύπης και θυμού, να θέσουν ερωτήσεις και να αποκτήσουν τις δικές τους εμπειρίες. Είναι ανάγκη να αφήσουμε τα παιδιά να επιλέξουν από μόνα τους σε ποια έκταση θα ανακατευτούν με τα θέματα «Αποχωρισμός» και «Θάνατος». Επoμένως, ο ρόλος του γονέα μέσα σε όλο αυτό είναι να επεξεργαστεί τους δικούς του φόβους, ώστε να μπορέσει να ακολουθήσει τα παιδιά στην περιέργεια τους και στη διαδικασία της λύπης τους.  Ο γονέας οφείλει, λοιπόν, να ακούει προσεχτικά και να δίνει απαντήσεις σε αυτό που  ρωτάει το παιδί, το να βομβαρδίζει το παιδί με πληροφορίες δεν είναι παραγωγικό. Έτσι ας  δώσει το χρόνο να εκφράσει το παιδί τα συναισθήματά του και ας απαντήσει στις ερωτήσεις που του θέτει. 

                Τα παιδιά συνήθως πενθούν σε δόσεις. Οι μεταπτώσεις στη διάθεση τους είναι συχνές και πολλές φορές απότομες. Η ηλικία του παιδιού και η υποστήριξη του από το περιβάλλον του παίζουν μεγάλο ρόλο κατά τη διάρκεια επεξεργασίας αυτών των δύσκολων συναισθημάτων. Θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά να καταλάβουν ότι ο αποχωρισμός είναι μέρος μιας καινούργιας αρχής, ότι ο θάνατος είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής,  χωρίς να καταπνίγουμε ή να εξιδανικεύουμε τα συναισθήματα μας. Η εμπειρία του θανάτου είναι ιδιαίτερα επώδυνη για ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, ακριβώς επειδή εξαρτάται από τους ενήλικες, τους οποίους νιώθει παντοδύναμους ώστε να το προστατέψουν. Η κατάσταση του οριστικού που εμπεριέχει προκαλεί φόβο στα παιδιά. Για να μπορέσουν να κατανοήσουν πλήρως και να προσαρμοστούν στις αλλαγές χρειάζεται χρόνος.Μπορούν να αντιληφθούν το θάνατο σαν αποχωρισμό αλλά δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν την μονιμότητα του γεγονότος. («Εντάξει πέθανε η γιαγιά, αλλά γιατί δεν θα είναι μαζί μας τα Χριστούγεννα;»). Τους παίρνει χρόνο να καταλάβουν ότι για παράδειγμα η γιαγιά έφυγε οριστικά και για πάντα. Εκείνο το διάστημα τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με πολλά και έντονα συναισθήματα. Λυπούνται για την απώλεια, θυμώνουν (φόβος εγκατάλειψης: αντιλαμβάνονται τον θάνατο με την έννοια της απομάκρυνσης, ότι τα άφησαν μόνα τους), φοβούνται ότι ο θάνατος μπορεί να πάρει και τους γονείς τους ή τα ίδια. Σε αυτή την ηλικία το παιδί έχει ελάχιστες δυνατότητες να αναγνωρίσει τα συναισθήματα του. Συχνά του λείπουν οι λέξεις και έχει ανάγκη έναν ενήλικα για να του βρει αυτές τις λέξεις και να συνδέσει τα συναισθήματα του με την κατάσταση. Οι γονείς θα πρέπει να εκφράσουν τα συναισθήματα τους  στα παιδιά με ειλικρίνεια αλλά και τρόπο κατανοητό, ώστε να μπορέσουν και αυτά να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα. Είναι πιθανόν για παράδειγμα μετά το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου ένα παιδί να αρχίσει να ενοχλεί και να χτυπάει τα άλλα παιδιά στον παιδικό σταθμό. Θα μπορούσαμε τότε παρακινήσουμε το παιδί να μιλήσει για τον θυμό του και έτσι να το ανακουφίσουμε από την οδύνη της απώλειας. Συχνά τα παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών βιώνουν την απομάκρυνση των ενηλίκων σαν τιμωρία επειδή έκαναν κάτι που οι ενήλικες δεν ενέκριναν. Έτσι είναι σημαντικό, όταν έρχονται αντιμέτωπα με το θάνατο  να τα καθησυχάζουμε ότι για παράδειγμα δεν ευθύνονται για το θάνατο της γιαγιάς.

                   Στην ηλικία των 4-5 ετών τα παιδιά αρχίζουν να ασχολούνται με τον θάνατο. Εξετάζουν με περιέργεια τα νεκρά ζώα, στο παιχνίδι πυροβολούν τους φίλους τους ή «πεθαίνουν» από μια βαριά αρρώστια. Επίσης, όταν θυμώσουν με κάποιον μπορεί να πουν «Μακάρι να πέθαινες» εννοώντας «Θέλω να φύγεις μακριά για να μη με κάνεις άλλο να θυμώνω». Ωστόσο, ακόμη τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν μπορούν να κατανοήσουν τη διαφορά του προσωρινού από το οριστικό (κάτι που αρχίζουν να αντιλαμβάνονται στην ηλικία των 6 ετών όπου κατανοούν πιο αφηρημένες έννοιες). Μετά από μια τέτοια εμπειρία τα παιδιά συχνά φοβούνται να πέσουν για ύπνο, φοβούνται το σκοτάδι και δεν θέλουν να είναι μόνα τους γιατί δεν είναι σίγουρα αν οι γονείς τους θα ξανάρθουν. Οι γονείς , λοιπόν, είναι σημαντικό να προσέχουν ποιες λέξεις χρησιμοποιούν  όταν μιλάνε για το θάνατο. Η γιαγιά δεν «κοιμήθηκε» αλλά πέθανε για πάντα. Αν χρησιμοποιήσουμε τον ύπνο  για να μιλήσουμε για το θάνατο μπορεί εμείς να νιώσουμε πιο άνετα θεωρώντας τον αποχωρισμό «ανώδυνο» και προσωρινό όμως τα παιδιά μπορεί να συνδέσουν το φόβο του θανάτου με το φόβο του ύπνου. («Θα ξυπνήσω σίγουρα;»)

               Δεν είναι βοηθητικό οι γονείς να προσπαθούν να κρύψουν τα συναισθήματα τους από τα παιδιά. Τα παιδιά επιτρέπεται να βλέπουν πότε οι γονείς τους είναι λυπημένοι. Έτσι και αλλιώς το καταλαβαίνουν. Περνάμε έτσι το μήνυμα στο παιδί ότι και εκείνο επιτρέπεται να είναι λυπημένο και να κλάψει. Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά αντιμετωπίζουν τον θάνατο όπως τα μάθουμε. Είναι σημαντικό να εμπιστευτούμε τους ρυθμούς του παιδιού μας και να τους ακολουθήσουμε. Όταν το παιδί είναι έτοιμο να διαπραγματευτεί πράγματα που το απασχολούν τα φέρνει από μόνο του στη συζήτηση σαν ερωτήματα. Κάποια παιδιά μπορεί να μην αναφέρονται ποτέ στο θάνατο, αλλά τον δραματοποιούν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους, π.χ. παίζουν πόλεμο και υποδύονται τους σκοτωμένους ή κάνουν τελετουργίες ταφής στο παιχνίδι. Με τον τρόπο αυτό επεξεργάζονται την απώλεια που πιθανώς έχουν βιώσει.

Αν θέλουν οι γονείς να βοηθήσουν τα παιδιά τους μπορούν να ακολουθήσουν τα παρακάτω:

  1. Δεν αποκρύπτουμε το γεγονός. Η απόκρυψη της αλήθειας αντί να προστατεύει τα παιδιά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο μέλλον.
  2. Ενημερώνουμε με απλά λόγια για το γεγονός. Εξηγούμε με ειλικρίνεια τι συνέβη και χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο που ταιριάζει στην ηλικία του παιδιού.
  3. Χρησιμοποιούμε τις σωστές λέξεις όπως «πέθανε», «σταμάτησε η καρδιά του» και όχι γενικές/αφηρημένες έννοιες όπως «χάθηκε», «έφυγε» οι οποίες αφήνουν ελπίδες στα παιδιά.
  4. Αφήνουμε το παιδί να δείξει τη θλίψη του και να πενθήσει.Εξηγούμε ότι όταν πεθαίνει κάποιος σταματάει να χτυπά η καρδιά του. Δεν νιώθει και δεν πονά.
  5. Δίνουμε στα παιδιά τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις μνήμης και στην κηδεία εφόσον το επιθυμούν («Θέλεις να έρθεις στην κηδεία να τον/την αποχαιρετίσουμε;») προστατεύοντάς τα όμως από τις έντονες εκδηλώσεις θλίψης και θρήνου.Φροντίζουμε να βρίσκονται μαζί με κάποιον, που θα είναι σε θέση να τα στηρίξει και να ανταποκριθεί σε όποιες ανάγκες προκύψουν. Σε κάθε περίπτωση το παιδί επιβάλλεται να προετοιμαστεί για το τι θα δει και θα ακούσει εκεί.
  6. Αφιερώνουμε χρόνο στα παιδιά και απαντάμε στις ερωτήσεις τους, εξηγώντας τι συνέβη, όσες φορές χρειαστεί
  7. Αν το παιδί το χρειάζεται, χρησιμοποιούμε τη σωματική επαφή (αγκαλιά, χάδι κλπ.) για να το καθησυχάσουμε και να το παρηγορήσουμε
  8. Ενθαρρύνουμε τα παιδιά να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους με το δικό τους τρόπο
  9. Αναγνωρίζουμε ότι τα συναισθήματά τους είναι φυσιολογικά και αναμενόμενα και μοιραζόμαστε και τις δικές μας εμπειρίες και συναισθήματα
  10. Τονίζουμε στο παιδί μας ότι δεν έχει καμία ευθύνη για το γεγονός. Διαβεβαιώστε το πώς τίποτα από όσα έκανε, σκέφτηκε ή είπε δεν προκάλεσαν το θάνατο του αγαπημένου του προσώπου και πως δε θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι για να το αποτρέψει.
  11. Καλλιεργούμε την ανάμνηση («κουτί αναμνήσεων»)
  12. Διατηρούμε το πρόγραμμα και τις προηγούμενες συνήθειες του παιδιού. Αναθέτουμε στα παιδιά δραστηριότητες στο σπίτι και στο σχολείο, ώστε να διατηρηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η καθημερινή ρουτίνα και ο φυσιολογικός ρυθμός της ζωής τους
  13. Βοηθούμε τα παιδιά να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους και να συνειδητοποιήσουν με ποιους τρόπους αντεπεξήλθαν σε δύσκολες καταστάσεις στο παρελθόν
  14. Ενθαρρύνουμε την ανάπτυξη και διατήρηση των σχέσεων των παιδιών με συνομηλίκους τους
  15. Προωθούμε την σταθερότητα και τη συνέχιση της ζωής. Παροτρύνουμε τα παιδιά να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις του σχολείου, στη γιορτή κάποιου φίλου τους, να πάνε στο θέατρο, στον κινηματογράφο κλπ., που σηματοδοτούν τη συνέχιση της ζωής

Τί χρειάζεται να αποφεύγουμε;

  • Να πιέζετε το παιδί να μοιραστεί μαζί σας όσα νιώθει, όταν δεν το επιθυμεί.
  • Να του λέτε τι «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να νιώθει.
  • Να χρησιμοποιείτε κλισέ εκφράσεις του τύπου «θα το  ξεπεράσεις με τον καιρό» ή «όλα θα πάνε καλά».
  • Να χρησιμοποιείτε με μικρά παιδιά εκφράσεις του τύπου «έφυγε», «ξεκουράστηκε», «κοιμήθηκε».
  • Να πιέζετε το παιδί που θρηνεί να το «ξεπεράσει».
  • Να έχετε μη-ρεαλιστικές προσδοκίες όσον αφορά στις επιδόσεις του στο σχολείο κτλ.

 

Καταληκτικά, οι εκδηλώσεις θρήνου στα παιδιά (πχ ξεσπάσματα θυμού και κλάματος, οι διάφοροι φόβοι, αλλαγές στη συμπεριφορά, παλινδρόμηση σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια, σωματικά συμπτώματα κτλ) είναι απόλυτα φυσιολογικές.  Παρόλα αυτά όταν οι αντιδράσεις των παιδιών παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και προκαλούν σοβαρή έκπτωση στη λειτουργικότητα τους πρέπει  να αναζητήσουμε βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας.

                                     

                                                                                                                           Eιρήνη Καραμανή, Ψυχολόγος-Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

                                                                                                                         ΜSc ‘Έλεγχος στρες και προαγωγή υγείας’ & ‘Παιδοψυχολογία’